
Ετήσιος οφθαλμολογικός έλεγχος θα είχε σώσει τα 2/3 εξ αυτών...
Κάθε πέντε δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος χάνει την όρασή του ενώ 270 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μειωμένη όραση.Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η τύφλωση θα απειλεί το 2020 75 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, εκ των οποίων τα 2/3 θα μπορούσαν να είχαν προλάβει την απώλεια εάν υποβάλλοντας σε ετήσιο οφθαλμολογικό έλεγχο.
Με στόχο τον περιορισμό του αριθμού των τυφλών η Διεθνής Επιτροπή για την Πρόληψη της Τύφλωσης, σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, υλοποιούν το πρόγραμμα «2020: Δικαίωμα στην Όραση».
Σήμερα οι κυριότερες αιτίες απώλειας της όρασης είναι οι αγγειακές παθήσεις του ματιού (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς, θρομβώσεις του αμφιβληστροειδούς ) και το γλαύκωμα.
Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, είναι μια σοβαρή επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη. Στη χώρα μας εκτιμάται ότι πάσχουν από διαβήτη έως και ένα εκατομμύριο άτομα, δηλαδή περίπου το 10% του πληθυσμού. Τουλάχιστον το 50% των διαβητικών ατόμων δε γνωρίζει ότι πάσχει από τη νόσο.
«Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, συμβαίνει σε ένα ποσοστό 50- 70% των διαβητικών ασθενών, μετά από 15 χρόνια της πάθησης κι έχει άμεσο επακόλουθο τη σοβαρή μείωση της όρασης. Έτσι χαρακτηρίζεται από τους γιατρούς ως μια από τις μεγάλες τραγωδίες της σύγχρονης οφθαλμολογίας», επισημαίνει ο καθηγητής Οφθαλμολογίας στο ΑΠΘ, Παναγιώτης Οικονομίδης.
Ο αριθμός των πασχόντων από διαβητική αμφιβλήστροειδοπάθεια παγκοσμίως το 2000 ήταν 4,1 εκατομμύρια, ενώ το 2020 υπολογίζεται ότι θα φτάσει τα 6,1 εκατομμύρια.
«Η μόνη αντιμετώπιση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας μέχρι πρόσφατα ήταν η έγκαιρη θεραπεία με ακτίνες Laser. Σήμερα η χρήση των αντιαγγειογενετικών παραγόντων και της κορτιζόνης, που χορηγούνται μέσα στο μάτι, προσφέρουν τη μοναδική δυνατότητα πρόληψης από τις επιπλοκές της, που οδηγούν στην τύφλωση. Οι αντιαγγειογενετικοί παράγοντες πεγκαπτανίμπη και ρανιμπιζουμάμπη, εγκρίθηκαν από το FDA (Οργανισμός Φαρμάκων και Τροφίμων Αμερικής). Το σκεύασμα ρανιμπιζουμάμπη είναι το κατ’ εξοχήν χρησιμοποιούμενο φάρμακο, η κυκλοφορία του οποίου στην Ευρώπη, εγκρίθηκε το 2007. Εφ’ όσον η θεραπεία αρχίσει έγκαιρα, η όραση σταθεροποιείται και επιβραδύνεται η εξέλιξή της. Τα αποτελέσματα των μελετών ήταν ενθαρρυντικά υπέρ της χρήσης της ρανιμπιζουμάμπης, όχι μόνο για την πρόληψη απώλειας της όρασης, αλλά και για τη βελτίωσή της, με θετικές επιπτώσεις στην υλοποίηση των καθημερινών δραστηριοτήτων του ασθενούς και γενικότερα στην ποιότητα ζωής του», προσθέτει ο κ Οικονομίδης.
Να σημειωθεί ότι στην πανεπιστημιακή κλινική του ΑΧΕΠΑ βρίσκεται σε εξέλιξη γενετική ανάλυση από το Thessaloniki Eye Study, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Φώτη Τοπούζη, που έχει ως στόχο να αναδείξει γενετικούς δείκτες, οι οποίοι συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων σταδίων της ηλικιακής εκφύλισης της ωχρά κηλίδας. Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας προσβάλλει άτομα άνω των 60 ετών και αποτελεί τη συχνότερη αιτία τυφλότητας της τρίτης ηλικίας στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου. Στην Ελλάδα με πληθυσμό 2,5 εκατομμυρίων ατόμων άνω των 60 ετών, ζουν 35.000 άτομα με προσβολή στο ένα και 7.500 άτομα με προσβολή και στα δυο μάτια, από τα οποία, περισσότερα από τα μισά δεν γνωρίζουν την αιτία της τυφλότητάς τους.
«Τα άτομα που προσβάλλονται, χωρίς να είναι τυφλά, στερούνται σε σχετικά νέα ηλικία και για το υπόλοιπο της ζωής του απολαύσεις, όπως είναι το διάβασμα και η τηλεθέαση, χόμπι και ευχάριστες δραστηριότητες, δεν αναγνωρίζουν τα πρόσωπα φίλων και συγγενών και τέλος δεν ανταποκρίνονται αξιοπρεπώς σε ζωτικές τους ανάγκες, όπως τα καθημερινά τους ψώνια, το μαγείρεμα, η αναγνώριση του φαγητού στο πιάτο, η προσωπική και οικιακή καθαριότητα. Η ωχρά κηλίδα δεν είναι πάθηση, όπως πολλοί πιστεύουν, είναι περιοχή που μπορεί να προσβληθεί από πολλές και διάφορες παθήσεις. Μία από αυτές είναι και η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς» εξηγεί ο καθηγητής Οφθαλμολογίας στο ΑΠΘ, Σταύρος Δημητράκος.
Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς είναι μια αλλαγή που οφείλεται στην ηλικία. Είναι η ατροφία των χιτώνων του βυθού του οφθαλμού και η παύση της λειτουργίας για την οποία προορίζονταν. Αυτή η μορφή της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς, ονομάζεται ξηρή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς και μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί θεραπεία για την αντιμετώπισή της. Στην πρόληψή της ίσως να βοηθά η κατανάλωση λιπαρών ψαριών, όπως η σαρδέλες και λαχανικών όπως το μπρόκολο και το σπανάκι, ενώ ίσως να βλάπτει το κάπνισμα.
Κάποιες φορές η ξηρή μορφή της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς μπορεί να μεταπέσει σιγά-σιγά, ή εντελώς ξαφνικά σε υγρή μορφή και αυτό γιατί παθολογικά αγγεία αναπτύσσονται στην εκφυλισμένη περιοχή της ωχράς. Η αντιμετώπιση της πάθησης σε αυτή τη φάση έχει καλή προοπτική για τη διατήρηση της κεντρικής πολύτιμης όρασης.
«Μόνον η υγρή μορφή και αυτή υπό προϋποθέσεις, είναι δυνατόν να αναχαιτιστεί και καμιά φορά να γιατρευτεί εξολοκλήρου. Δύο είναι σήμερα τα εγκεκριμένα από τον ΕΟΦ φάρμακα για ενδοφθάλμια χρήση, η πεγκαπτανίμπη και η ρανιμπιζουμάμπη, που παρ’ όλο το υψηλό κόστος τους, διατίθενται δωρεάν στους ασφαλισμένους ασθενείς. Σε πολυκεντρικές διεθνείς μελέτες έχει αποδειχθεί ότι και τα δύο ανακόπτουν την απώλεια οπτικής οξύτητας, που οφείλεται στην υγρή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς» καταλήγει ο κ Δημητράκος.
Διαβάστε περισσότερα...

Είναι ένας τρόπος να «κρύψουν» τα συναισθήματά τους.
Οι άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες από τις γυναίκες να αποζητήσουν τη βοήθεια του αλκοόλ όταν θέλουν να χαλαρώσουν, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.
Επιστήμονες από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Γέιλ επιστράτευσαν 27 άνδρες και ισάριθμες γυναίκες, που έπιναν αλκοόλ μόνο σε κοινωνικές εκδηλώσεις και ήταν καθ΄ όλα υγιείς, για να εξακριβώσουν εάν και τι είδους σχέση υπήρχε μεταξύ στρες και κατανάλωσης αλκοόλ.
Οι εθελοντές άκουσαν τρεις διαφορετικές ιστορίες- η μία είχε «στρεσογόνο» θέμα, η δεύτερη θέμα σχετιζόμενο με αλκοόλ και η τρίτη ήταν ουδέτερη σε ισάριθμες διαδοχικές ημέρες. Έπειτα από κάθε ιστορία, οι επιστήμονες κατέγραφαν τις συναισθηματικές, συμπεριφορικές και καρδιαγγειακές αντιδράσεις των εθελοντών, χρησιμοποιώντας συσκευές καταγραφής του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πιέσεως, καθώς και ειδικά τεστ ψυχικής διάθεσης.
Όπως διαπίστωσαν, έπειτα από τη «στρεσογόνο» ιστορία οι γυναίκες είχαν εντονότερη λύπη, άγχος και συμπεριφορική διέγερση από τους άνδρες, αλλά οι άνδρες ήταν αυτοί που λαχταρούσαν εντονότερα ένα ποτό για να ηρεμήσουν. Με άλλα λόγια, «όταν οι άνδρες είναι συγχυσμένοι, είναι πιθανότερο να αποζητήσουν το αλκοόλ», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Τάρα Μ. Τσάπλιν.
Η δρ Τσάπλιν και οι συνεργάτες της διαπίστωσαν επίσης ότι οι άνδρες παρουσίαζαν μεγαλύτερη αύξηση της αρτηριακής πιέσεως έπειτα από τη «στρεσογόνο» ιστορία, αλλά επίμονα ανέφεραν λιγότερη θλίψη και άγχος, γεγονός που ίσως υποδηλώνει ότι προσπαθούν να κρύψουν τα συναισθήματά τους- και ίσως γι΄ αυτό στρέφονται στο αλκοόλ. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Αλκοολισμός: Κλινική και Πειραματική Έρευνα» (ΑCΕR).
Πηγή: http://www.omorfamystika.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Για όσους έχουν βηματοδότη.
Δεν προκαλούν προβλήματα σε επιβάτες με βηματοδότες ή άλλη εμφυτευμένη καρδιολογική συσκευή τα φορητά μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων, με τα οποία ελέγχονται οι επιβάτες πριν την επιβίβασή τους στο αεροπλάνο, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη από Ελληνες, Γερμανούς και Κροάτες ερευνητές.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δύο ανιχνευτές μετάλλων, επί 30 δευτερόλεπτα τον καθένα, σε δείγμα 388 ατόμων με βηματοδότη ή εμφυτευμένο απινιδωτή.
Οι επιστήμονες πέρασαν τα μηχανήματα πάνω από την περιοχή της καρδιάς των ασθενών και έλεγξαν για τυχόν επιπτώσεις με ηλεκτροκαρδιογράφημα. Οι ανιχνευτές είχαν σκοπίμως προγραμματιστεί να λειτουργούν στην μέγιστη δυνατή έντασή τους, ενώ ελέγχθηκαν βηματοδότες 11 διαφορετικών εταιριών και απινιδωτές επτά εταιριών (περίπου το 75% της συνολικής αγοράς αυτών των συσκευών).
Καθ' όλη τη διάρκεια των πειραμάτων δεν διαπιστώθηκε κάποιο πρόβλημα στις εμφυτευμένες συσκευές της καρδιάς, το οποίο να προκλήθηκε από τους ανιχνευτές μετάλλων. Το συμπέρασμα των επιστημόνων ήταν ότι «οι διαδικασίες ελέγχου με ένα κανονικό φορητό ανιχνευτή μετάλλων είναι ασφαλείς».
Σημαντικό είναι πάντως πως οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η μελέτη τους δεν αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία πως οι ανιχνευτές είναι απολύτως ασφαλείς με όλες τις καρδιολογικές συσκευές, καθώς τα τεστ έγιναν σε συνθήκες εργαστηρίου και όχι σε αεροδρόμια, ενώ δεν ελέγχθηκε το 100% των συσκευών που υπάρχουν στην αγορά.
Στο παρελθόν έχουν υπάρξει ορισμένες αναφορές ότι τα μαγνητικά πεδία που δημιουργούνται από τους ανιχνευτές μετάλλων των αεροδρομίων, παρεμβάλλονται στη λειτουργία των εμφυτευμένων καρδιολογικών συσκευών. Άλλες έρευνες είχαν συσχετίσει συσκευές όπως τα MP3 ή αντικλεπτικά συστήματα με προβλήματα σε βηματοδότες. Υπολογίζεται ότι περίπου 700.000 άνθρωποι παγκοσμίως, που έχουν προβλήματα με την καρδιά τους, τοποθετούν ένα βηματοδότη ή απινιδωτή κάθε χρόνο.
Από ελληνικής πλευράς στην έρευνα συμμετείχαν οι Γεώργιος Ανδρικόπουλος, Ιωάννης Ρασσιάς, Στυλιανός Τζέης και Γεώργιος Θεοδωράκης, διευθυντής του καρδιολογικού τμήματος του Νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν» της Αθήνας, ενώ επικεφαλής της μελέτης ήταν ο Κλέμενς Γίλεκ της Ιατρικής Σχολής του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου.
Διαβάστε περισσότερα...

Νέα εποχή στην αναγεννητική ιατρική.
Να αναπρογραμματίσουν γερασμένα κύτταρα ανθρώπων που πλησίαζαν τα 100 χρόνια τους (ένας μάλιστα ήταν 101 ετών!) και να τα μετατρέψουν σε νεανικά βλαστικά κύτταρα όμοια με αυτά που υπάρχουν στα έμβρυα κατάφεραν για πρώτη φορά Γάλλοι επιστήμονες, σηματοδοτώντας μία νέα εποχή στην αναγεννητική ιατρική.
Οι ερευνητές εκτιμούν πως αν η μέθοδός τους καταστεί εφικτό να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθούν υγιείς ιστοί, οι οποίοι στη συνέχεια θα μεταμοσχευθούν σε ηλικιωμένους ασθενείς, θα ανοίξει ο δρόμος για νέου τύπου θεραπείες στην τρίτη ηλικία.
Τα εμβρυικά βλαστικά κύτταρα μπορούν να μετατραπούν σε οποιοδήποτε ιστό του σώματος, για αυτό προσφέρουν πολλές ελπίδες ότι στο μέλλον θα αντικαθιστούν άρρωστα όργανα. Όμως η χρήση τους έχει συναντήσει ηθικές αντιδράσεις λόγω της αναγκαίας καταστροφής ανθρωπίνων εμβρύων, έστω και σε πολύ πρώιμο στάδιο.
Έτσι, οι επιστήμονες αναζητούν παράλληλα εναλλακτικές λύσεις, κυρίως μέσω της μετατροπής απλών ενήλικων -και όχι εμβρυικών- κυττάρων σε βλαστικά-πολυδύναμα. Μέχρι τώρα όμως είχαν εκφραστεί αμφιβολίες κατά πόσο αυτή η εναλλακτική τεχνική (που ανακαλύφθηκε το 2007) μπορεί πράγματι να αξιοποιηθεί στους ηλικιωμένους, οι οποίοι έχουν και την μεγαλύτερη ανάγκη, επειδή τα κύτταρά τους έχουν υποστεί μεγαλύτερες φθορές με το πέρασμα του χρόνου.
Το γαλλικό επίτευγμα δείχνει ότι τελικά αυτό το εμπόδιο μπορεί να ξεπεραστεί. «Η ηλικία των κυττάρων δεν αποτελεί σίγουρα εμπόδιο στον αναπρογραμματισμό τους», δήλωσε ο επικεφαλής των ερευνητών.
Οι Γάλλοι ερευνητές πρόσθεσαν δύο νέα συστατικά, τους λεγόμενους «παράγοντες μεταγραφής» (NANOG και LIN28), βελτιώνοντας την κλασική μέθοδο αναπρογραμματισμού κυττάρων από ενήλικους. Όμως θα χρειαστεί ακόμα αρκετός χρόνος έως ότου η βελτιωμένη μέθοδος εφαρμοστεί κλινικά σε ανθρώπους, όπως είπαν οι επιστήμονες, καθώς θα πρέπει να μεσολαβήσουν πολλά πειράματα ακόμα.
Διαβάστε περισσότερα...

Η αισιοδοξία αποτελεί ελιξίριο μακροζωίας.
Οι άνθρωποι που είναι χαρούμενοι και αντιμετωπίζουν με θετικότητα τη ζωή καταφέρνουν να ζουν περισσότερο, σύμφωνα με βρετανούς επιστήμονες, οι οποίοι παρακολούθησαν επί μια πενταετία σχεδόν 4.000 εθελοντές ηλικίας άνω των 52 ετών.
Την μελέτη πραγματοποίησαν επιστήμονες από το University College του Λονδίνου, οι οποίοι ζήτησαν από τους εθελοντές τους να βαθμολογήσουν τέσσερις φορές τα αισθήματα ευτυχίας ή άγχους που ένιωθαν. Επί πέντε χρόνια, στη συνέχεια, κατέγραφαν τους θανάτους μεταξύ των εθελοντών τους.
Αφού έλαβαν υπ’ όψιν την ηλικία, το φύλο, την κατάθλιψη, διάφορα νοσήματα και συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως όσο πιο χαρούμενος κι ευτυχισμένος είχε δηλώσει ένας εθελοντής, τόσο λιγότερο κινδύνευε να χάσει τη ζωή του.
Από την άλλη πλευρά, το άγχος, η κατάθλιψη και η απαισιοδοξία σχετίστηκαν με υψηλότερα ποσοστά νοσηρότητας και μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης.
«Τα νέα ευρήματα παρέχουν επιπλέον επιχειρήματα για τα οφέλη της θετικής στάσης ζωής στην υγεία», δήλωσε ο επικεφαλής της νέας μελέτης, δρ Άντριου Στέπτοου, καθηγητής στο Τμήμα Επιδημιολογίας & Δημόσιας Υγείας του University College.
Διαβάστε περισσότερα...