Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Διάγνωση παιδικού διαβήτη με ένα τσιπ


Θα συμβάλλει στην αντιμετώπιση της νόσου.

Ένα φθηνό φορητό τεστ, που βασίζεται σε ένα τσιπ και κάνει διάγνωση του παιδικού διαβήτη (τύπου 1) ανέπτυξαν αμερικανοί επιστήμονες, που όπως φαίνεται θα βελτιώσει σημαντικά στο μέλλον την αντιμετώπιση της πάθησης.

Οι επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνια, με επικεφαλής τον επίκουρο καθηγητή παιδιατρικής ενδοκρινολογίας Μπράιαν Φέλντμαν, που έκαναν τη δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «Nature Medicine», κατέθεσαν ήδη αίτηση στην αρμόδια εποπτική Αρχή των ΗΠΑ, την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDΑ), για άδεια κυκλοφορίας της εφεύρεσής τους, καθώς επίσης αίτηση για τη σχετική εμπορική πατέντα, καθώς σχεδιάζουν να ιδρύσουν μια εταιρεία που θα προωθήσει τη συσκευή στη διεθνή αγορά.

«Με το νέο τεστ όχι μόνο θα μπορούμε να διαγνώσουμε τον διαβήτη πιο αποτελεσματικά και πιο πλατιά, αλλά επίσης θα κατανοήσουμε καλύτερα τη νόσο και το πώς οι νέες θεραπείες της επηρεάζουν το σώμα», δήλωσε ο Μπράιαν Φέλντμαν.

Το τεστ-τσιπ διακρίνει ανάμεσα στις δύο βασικές μορφές του σακχαρώδους διαβήτη (1 και 2), οι οποίες χαρακτηρίζονται και οι δύο από υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα, αλλά έχουν διαφορετικές αιτίες και θεραπείες. Μέχρι σήμερα, η διάκριση ανάμεσα στον διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2 βασίζεται σε ένα αργό και ακριβό τεστ.

Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι η έγκαιρη και επιθετική θεραπεία του διαβήτη τύπου 1 βελτιώνει την μακροπρόθεσμη πρόγνωση των ασθενών. Πριν από δεκαετίες, ο διαβήτης τύπου 1 διαγιγνωσκόταν σχεδόν αποκλειστικά στα παιδιά και ο τύπου 2 σχεδόν πάντα σε μεσήλικες και υπέρβαρους ενήλικες.

Σήμερα όμως πια, εξαιτίας της επιδεινούμενης επιδημίας παιδικής παχυσαρκίας παγκοσμίως, περίπου το ένα τέταρτο των παιδιών που διαγιγνώσκονται με διαβήτη, έχουν τον τύπου 2. Ενώ, από την άλλη, ένας αυξανόμενος αριθμός ενηλίκων -για λόγους που δεν είναι ξεκάθαροι- εμφανίζουν διαβήτη τύπου 1, με συνέπεια να έχει γίνει πλέον πιο δυσδιάκριτο το σύνορο ανάμεσα στις δύο μορφές διαβήτη και έτσι να καθίσταται αναγκαία μια καλύτερη διαγνωστική εξέταση.

Ο διαβήτης τύπου 1 είναι μια αυτοάνοση πάθηση κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς επιτίθεται στον ίδιο τον οργανισμό που πρέπει να προστατεύσει, με αποτέλεσμα το σώμα του ασθενούς να σταματά να παράγει επαρκή ινσουλίνη, την ορμόνη που παίζει ρόλο - κλειδί στην ρύθμιση (επεξεργασία) του σακχάρου στο αίμα. Τα αντισώματα του ασθενούς, τα οποία καταστρέφουν τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη στο πάγκρεας, ανιχνεύονται στο σώμα όσων έχουν διαβήτη τύπου 1, αλλά όχι τύπου 2 και, γι' αυτό, αποτελούν τον βασικό δείκτη διαφορικής διάγνωσης του «παιδικού» διαβήτη.

Όμως τα παραδοσιακά τεστ κοστίζουν πολύ, χρησιμοποιούν ραδιενεργά υλικά, χρειάζονται αρκετές ημέρες και μπορούν να γίνουν μόνο από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό. Αντίθετα, το νέο τεστ - τσιπ δεν χρησιμοποιεί ραδιενέργεια, κάνει τη διάγνωση μέσα σε λίγα λεπτά, απαιτεί ελάχιστη ιατρική εκπαίδευση και κοστίζει πολύ λίγο (όχι πάνω από 20 δολάρια για την παραγωγή του).

Χρειάζεται, επίσης, πολύ λιγότερη ποσότητα αίματος σε σχέση με το υπάρχον τεστ και η λήψη του δείγματος μπορεί να γίνει με ένα απλό τρύπημα του δαχτύλου. Η ανίχνευση των αντισωμάτων από το τσιπ γίνεται με μια ειδική μέθοδο φθορισμού πάνω σε μια γυάλινη επιφάνεια επιστρωμένη με νανοσωματίδια χρυσού.

Εκτός από τους νέους διαβητικούς, το νέο τεστ μπορεί να ωφελήσει όσους κινδυνεύουν να εμφανίσουν μελλοντικά διαβήτη τύπου 1, όπως τους στενούς συγγενείς των ασθενών, καθώς οι γιατροί θα μπορούν πλέον, εύκολα και γρήγορα, να ανιχνεύουν το επίπεδο των σχετικών αντισωμάτων, προτού καν εμφανιστούν συμπτώματα της νόσου. Επίσης, λόγω του χαμηλού κόστους του, το τεστ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί γενικότερα στον πρώτο ευρύ έλεγχο του πληθυσμού για διαβήτη.

«Τα αντισώματα αποτελούν μια πραγματική κρυστάλλινη σφαίρα. Ακόμη και αν κανείς δεν έχει ήδη διαβήτη, αν διαθέτει στο αίμα του ένα αντίσωμα σχετικό με τον διαβήτη, αντιμετωπίζει σημαντικό κίνδυνο. Αν τα αντισώματα είναι πολλά, ο κίνδυνος ξεπερνά το 90%», δήλωσε ο Μπράιαν Φέλντμαν.



Διαβάστε περισσότερα...

Έρευνες για νέες μεθόδους διάγνωσης του Αλτσχάιμερ


Χρειάζονται ακόμα χρόνια δοκιμών.

Τα μάτια και η μύτη προσφέρουν πλέον τις νέες «οδούς» για την έγκαιρη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ μέσω εναλλακτικών πιο απλών εξετάσεων σε σχέση με τις υπάρχουσες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα τεσσάρων νέων κλινικών δοκιμών και επιστημονικών ερευνών, που παρουσιάστηκαν σε διεθνές συνέδριο στη Δανία. Νέα οφθαλμολογικά και οσφρητικά τεστ βρίσκονται ήδη υπό ανάπτυξη, αλλά θα χρειαστούν ακόμη κάποια χρόνια ερευνών και μεγαλύτερων δοκιμών, έως ότου υπάρξει ευρεία κλινική εφαρμογή των νέων διαγνωστικών εξετάσεων.

Δύο μελέτες έδειξαν ότι η μειωμένη ικανότητα ενός ανθρώπου να μυρίσει τις οσμές, αποτελεί σημαντικό δείκτη για την πιθανότητα εμφάνισης άνοιας και Αλτσχάιμερ. Από την άλλη, σύμφωνα με δύο άλλες έρευνες, η κατάλληλη οφθαλμολογική εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει τη συσσώρευση του βήτα-αμυλοειδούς, της πρωτεΐνης που εμπλέκεται στη δημιουργία «πλακών» στον εγκέφαλο. Οι πλάκες αυτές δημιουργούνται σταδιακά αρκετά χρόνια πριν την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων και έτσι καταστρέφουν ζωτικά νευρικά κύτταρα.

Οι νέες μελέτες παρέχουν βελτιωμένες δυνατότητες για να εντοπιστούν πρόωρα όσοι άνθρωποι κινδυνεύουν να αναπτύξουν τη νόσο. Η έγκαιρη διάγνωση αποτελεί σημαντική προτεραιότητα, καθώς οι επιστήμονες ελπίζουν ότι αυτό θα βοηθήσει στην πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της νευροεκφυλιστικής πάθησης, για την οποία, προς το παρόν, δεν υπάρχει θεραπεία, ενώ τα περιστατικά της αυξάνονται παγκοσμίως κάθε χρόνο.

«Με δεδομένη την αυξανόμενη παγκόσμια επιδημία της νόσου Αλτσχάιμερ, υπάρχει πιεστική ανάγκη να βρεθούν απλά και λιγότερο επεμβατικά διαγνωστικά τεστ, που θα εντοπίζουν τον κίνδυνο πολύ νωρίτερα, στην πορεία της πάθησης» δήλωσε η Χίδερ Σνάιντερ, διευθύντρια της οργάνωσης Alzheimer Association, που διοργανώνει το φετινό διεθνές συνέδριό της στην Κοπεγχάγη, όπου παρουσιάζονται οι τελευταίες ερευνητικές εξελίξεις.

Τέσσερις έρευνες

Η διεθνής κοινότητα -με την υποστήριξη της Ομάδας των Οκτώ (G8)- έχει θέσει ως φιλόδοξο στόχο την πρόληψη και ουσιαστικά τη θεραπεία του Αλτσχάιμερ έως το 2025. Σήμερα, είναι εφικτή μόνο η κλινική διάγνωση της νόσου σε προχωρημένο στάδιο, όταν πια έχει γίνει μη αναστρέψιμη ζημιά στα εγκεφαλικά κύτταρα.

Η διάγνωση του επιπέδου του βήτα-αμυλοειδούς γίνεται είτε μέσω της δαπανηρής απεικονιστικής εξέτασης ΡΕΤ (τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων, που χρησιμοποιεί ραδιενεργές ουσίες), είτε μέσω μαγνητικής τομογραφίας, είτε μέσω της επεμβατικής εξέτασης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, το οποίο λαμβάνεται με βελόνα που εισάγεται στη σπονδυλική στήλη. Γι' αυτό, αναζητούνται εναλλακτικοί βιοδείκτες που θα επιτρέπουν την πιο πρόωρη και μη επεμβατική διάγνωση, ώστε να υπάρχει περισσότερος ωφέλιμος χρόνος για να δράσει η φαρμακευτική θεραπεία.

Από τις τέσσερις νέες μελέτες, η πρώτη, με επικεφαλής τον Σον Φροστ του ερευνητικού κέντρου CSIRO της Αυστραλίας, που έγινε σε 200 εθελοντές, έδειξε ότι η εξέταση για το βήτα-αμυλοειδές στον αμφιβληστροειδή φακό του ματιού (που αποτελεί μέρος του κεντρικού νευρικού συστήματος και άρα προέκταση του εγκεφάλου) δίνει ανάλογα αποτελέσματα με αυτά που αποκαλύπτει η απεικόνιση ΡΕΤ για το επίπεδο της εν λόγω πρωτεΐνης στον εγκέφαλο. Ως βοηθητικός δείκτης φθορισμού χρησιμοποιείται πάνω στο μάτι η ουσία κουρκουμίνη, η οποία «προσδένεται» στενά στο βήτα-αμυλοειδές.

Το σχετικό οφθαλμολογικό τεστ διακρίνει μεταξύ όσων έχουν Αλτσχάιμερ και όσων δεν έχουν, με ακρίβεια 100% και 80% αντίστοιχα. Το πρώτο ποσοστό αφορά όσους έχουν Αλτσχάιμερ και το δεύτερο όσους δεν έχουν, δηλαδή το τεστ "πιάνει" όλους τους πράγματι ασθενείς και τους περισσότερους υγιείς. Η ανίχνευση γίνεται 15 έως 20 χρόνια πριν την κλινική διάγνωση των πρώτων συμπτωμάτων. Οι ερευνητές ευελπιστούν ότι η εξέταση των ματιών θα συμπληρώσει μελλοντικά τις άλλες υπάρχουσες διαγνωστικές εξετάσεις και πιθανώς, θα περιλαμβάνεται στο καθιερωμένο «τσεκ-απ», που κάνει ένας οφθαλμίατρος.

Μια δεύτερη μελέτη, με επικεφαλής τον Παλ Χάρτουνγκ, πρόεδρο της αμερικανικής εταιρείας Cognoptix Inc, που έγινε σε 20 άτομα με την χρήση μιας νέας τεχνολογίας λέιζερ, επιβεβαιώνει ότι το επίπεδο του βήτα-αμυλοειδούς που ανιχνεύεται στον φακό του ματιού, αντικατοπτρίζει πιστά το επίπεδο αυτής της πρωτεΐνης στον εγκέφαλο. Τα ποσοστά ακριβούς διάγνωσης διαμορφώνονται σε 95% (για τους ασθενείς) και 85% (για τους υγιείς).

Η τρίτη έρευνα, με επικεφαλής τον Μάθιου Γκράουντον της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, που πραγματοποιήθηκε σε 215 ηλικιωμένους, δείχνει ότι η νευροεκφύλιση του εγκεφάλου σχετίζεται στενά με τη σταδιακή απώλεια της όσφρησης. Καθώς η νόσος καταστρέφει νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου, ανάμεσά τους βρίσκονται και αυτά που είναι ζωτικά για την αίσθηση της όσφρησης. Η ανακάλυψη ενισχύει την πιθανότητα ανάπτυξης ενός σχετικού οσφρητικού τεστ.

Τέλος, η τέταρτη μελέτη, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχιατρικής Νταβανγκέρε Ντεβανάντ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, που έγινε σε 1.037 άτομα με μέση ηλικία 81 ετών, επιβεβαίωσε ότι η αδυναμία σωστής όσφρησης αποτελεί ένδειξη για μελλοντική εμφάνιση άνοιας και Αλτσχάιμερ. Και αυτοί οι ερευνητές θεωρούν ότι πλέον ανοίγει ο δρόμος για ένα φθηνό διαγνωστικό τεστ όσφρησης.



Διαβάστε περισσότερα...

Η μυρωδιά που επουλώνει πληγές


Ενεργοποιούνται οι οσφρητικοί υποδοχείς στο δέρμα.

Το πήρατε μυρωδιά, ότι η… μυρωδιά του σανταλόξυλου βοηθά στην επούλωση των πληγών του δέρματος;

Σύμφωνα με ερευνητές από τη Γερμανία, τα κύτταρα του δέρματος έχουν οσφρητικούς υποδοχείς, οι οποίοι όταν εκτεθούν στη μυρωδιά από σανταλόξυλο –γνωστό συστατικό σε πολλά ακριβά αρώματα και μυρωδάτα sticks- επιδρούν στη λειτουργία των κυττάρων και διευκολύνουν την επούλωση των πληγών.

Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται ο Dr. Hans Hatt από το πανεπιστήμιο Ruhr-Universität στο Μπόχουμ της Γερμανίας, η έρευνα του οποίου δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Investigative Dermatology.

Ενώ οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι οσφρητικοί υποδοχείς σχετίζονται μόνο με την αίσθηση της όσφρησης και τη μυρωδιά, δεν ισχύει πάντα αυτό.

Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει περίπου 250 οσφρητικούς υποδοχείς στη μύτη, όμως μελέτες που έχουν γίνει στο παρελθόν έχουν δείξει ότι υπάρχουν και στο σπέρμα, τον προστάτη, τα νεφρά και τα έντερα!

Αυτή είναι η πρώτη φορά που ερευνητές βρίσκουν οσφρητικούς υποδοχείς στα κερατινοκύτταρα, δηλαδή τα κύτταρα που σχηματίζουν το εξωτερικό στρώμα του δέρματος.

Η ερευνητική ομάδα του Dr Hatt ανακάλυψε ότι όταν αυτοί οι οσφρητικοί υποδοχείς του δέρματος –που καλούνται OR2AT4- βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από συνθετικό σανταλόξυλο, ενεργοποιούνταν προκαλώντας κυτταρικό πολλαπλασιασμό και μετανάστευση των κυττάρων, αναφέρει δημοσίευμα του Time.

Σύμφωνα με τον Hatt ήταν δύσκολο να πειστεί η επιστημονική κοινότητα για τα ευρήματα της ομάδας του. «Νιώθω ότι βρίσκομαι σε μια αποστολή να πείσω τους συναδέλφους μου και ειδικά τους κλινικούς γιατρούς, ότι αυτή η τεράστια οικογένεια οσφρητικών υποδοχέων παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη φυσιολογία των κυττάρων» δήλωσε ο ίδιος.

Ο ίδιος είναι πολύ περίεργος για τις ανακαλύψεις, στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η έρευνά του, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων θεραπειών για τον καρκίνο, μιας και ορισμένα καρκινικά κύτταρα διαθέτουν οσφρητικούς υποδοχείς, καθώς επίσης και σε ό,τι έχει να κάνει με τη δημιουργία καλλυντικών ή την επούλωση των πληγών.

«Η μελέτη της λειτουργίας αυτών των υποδοχέων έχει πολλή δουλειά, όμως ανοίγει ένα τεράστιο πεδίο συναρπαστικών στόχων» κατέληξε.



Διαβάστε περισσότερα...

Οι «άρρωστες» σχέσεις αρρωσταίνουν την καρδιά


Αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιαγγειακών ασθενειών.

Ένας δυστυχισμένος γάμος ή μια δυστυχισμένη σχέση μπορεί να «αρρωστήσει» την καρδιά σας στην κυριολεξία, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης μιας μαζικής καρδιακής προσβολής.

Ερευνητές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν «αυξανόμενες ενδείξεις», ότι οι ερωτικές μας σχέσεις μπορεί να έχουν δραματικές επιδράσεις στην υγεία μας.

Μια πρόσφατη έρευνα δείχνει, ότι όσοι βρίσκονται μέσα σε ένα δυστυχισμένο γάμο έχουν πιο σκληρές αρτηρίες και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών ασθενειών.

«Ολοένα και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι η ποιότητα και τα πρότυπα των κοινωνικών σχέσεων ενός ατόμου μπορεί να συνδέονται με ποικίλες εκβάσεις της υγείας, συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών παθήσεων» ανέφερε στη Daily Mail ο επικεφαλής της έρευνας, Dr Thomas Kamarck από το πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ.

«Η συμβολή της μελέτης αυτής είναι ότι καταδεικνύει πως αυτά τα είδη των συνδέσεων μπορούν να παρατηρηθούν ακόμη και κατά τις πρώτες φάσεις ανάπτυξης της πλάκας στις αρτηρίες και πως οι παρατηρήσεις αυτές μπορεί να σχετίζονται όχι μόνο με τον τρόπο που αξιολογούμε τις σχέσεις μας γενικά, αλλά και με την ποιότητα των συγκεκριμένων κοινωνικών αλληλεπιδράσεων μας με τους εταίρους μας, καθώς ξεδιπλώνονται κατά τη διάρκεια της καθημερινής μας ζωής» πρόσθεσε ο καθηγητής.

Οι ερευνητές αναφέρουν ότι το στρες που προκαλεί στον οργανισμό μια κακή σχέση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην υγεία του οργανισμού.

Τα συμπεράσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο Psychosomatic Medicine.



Διαβάστε περισσότερα...

Η κλιματική αλλαγή θα «εξαφανίσει» τους κοκκινομάλληδες


Επιστήμονες υποστηρίζουν ότι θα επηρεάσει τη γονιδιακή μετάλλαξη που φέρουν.

Επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να επηρεάσει τα γονίδια των κοκκινομάλληδων και μάλιστα, όχι απλά να τα επηρεάσει αλλά να τα… εξαλείψει!

Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύτηκε στη βρετανική εφημερίδα The Independent, το γονίδιο των κοκκινομάλληδων (ginger gene) που θεωρείται ως η «απάντηση» στο συννεφιασμένο ουρανό της Σκωτίας (όπου το 13% του πληθυσμού έχει κόκκινα μαλλιά, συγκριτικά με το 1-2% που ισχύει παγκοσμίως), ίσως έχει αρχίσει να… πλησιάζει στις τελευταίες του ημέρες, όσο οι προβλέψεις για το κλίμα συνεχίζουν να μιλούν για άνοδο της μέσης θερμοκρασίας.

Ο Dr Alaistair Moffat, διευθύνων σύμβουλος της ScotlandsDNA εξήγησε στην εφημερίδα: «Πιστεύουμε ότι τα κόκκινα μαλλιά στη Σκωτία, Ιρλανδία και το βορρά της Αγγλίας είναι μια προσαρμογή στις κλιματικές συνθήκες».

«Νομίζω ότι το ανοιχτόχρωμο δέρμα και τα κόκκινα μαλλιά έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι δεν έχουμε αρκετό ήλιο και πρέπει να λαμβάνουμε όση βιταμίνη D μπορούμε» συνέχισε ο ερευνητής.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η προκύπτουσα γονιδιακή μετάλλαξη, που οδηγεί σε κόκκινα μαλλιά και χλωμό δέρμα -και φυσικά προκαλεί αυξημένη ευαισθησία στο φως και πιο ευαίσθητο DNA των κυττάρων του δέρματος από την άποψη της φθοράς από τον ήλιο και τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου- θα «καταργηθεί» σταδιακά από την φυσική εξέλιξη καθώς οι θερμοκρασίες στη Γη αυξάνονται, πρόσθεσε ο Moffat και κατέληξε: «Αυτή η εξέλιξη θα επηρεάσει το συγκεκριμένο γονίδιο».



Διαβάστε περισσότερα...