
Η χρήση κανονικής γλώσσας προς το παιδί βοηθά στην ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Η χρήση μεγάλων και σύνθετων προτάσεων, αντί της «μωρουδιακής» γλώσσα βοηθούν στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν και τους δεσμούς με τους γονείς του, επισημαίνουν αμερικανοί ψυχολόγοι.
Μπορεί όταν οι γονείς μιλάνε στο μωρό τους τραγουδιστά και «μωρουδίστικα» να κερδίζουν την προσοχή του, όμως ο καλύτερος τρόπος εκπαίδευσης του παιδιού είναι να του απευθύνονται ως ενήλικα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το λεξιλόγιο και τη δομή των προτάσεων, υποστηρίζουν ψυχολόγοι.
«Δεν συνδέεται με το πόσο πολύ του μιλάτε, αλλά με το τί του λέτε. Ο λόγος πρέπει να είναι πλούσιος και σύνθετος», εξηγεί η Έρικα Χοφ, ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο Florida Atlantic.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το να μιλάμε στα μωρά έχει τόσο μεγάλη σημασία, ώστε τα παιδιά που προέρχονται από λιγότερο προνομιακό κοινωνικό περιβάλλον, όπου ο λόγος δεν είναι αρκετά ανεπτυγμένος τείνουν να έχουν χειρότερες σχολικές επιδόσεις.
Οι επιδόσεις στις τυποποιημένες γλωσσικές ασκήσεις στις οποίες υποβάλλονται παιδιά από γονείς χαμηλού εισοδήματος και περιορισμένης μόρφωσης μόλις φθάσουν στην ηλικία των πέντε ετών, είναι αντίστοιχες τρίχρονων προνομιούχων παιδιών.
Αυτές οι διαφορές μπορούν να εντοπιστούν και στον εγκέφαλο, υποστηρίζει η νευρολόγος και παιδίατρος του πανεπιστημίου Columbia Κίμπερλι Νομπλ.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς τα πρώτα χρόνια της ζωής. Μέχρι την ηλικία των τριών ετών, το παιδί έχει σχηματίσει ένα τρισεκατομμύριο νευρικές συνδέσεις, οι σύνδεσμοι μεταξύ των κυττάρων που ευθύνονται για όλες τις εγκεφαλικές λειτουργίες: από την απομνημόνευση των στίχων ενός τραγουδιού μέχρι την κίνηση να πιάσεις ένα ξύλο.
Η Νομπλ και οι συνεργάτες της σύγκριναν τους εγκεφάλους παιδιών χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου με εκείνους παιδιών από γονείς με μεγάλη ακαδημαϊκή μόρφωση και υψηλόμισθους. Ενώ δεν εντόπισαν διαφορές στα γνωστικά συστήματα που συνδέονται με τις κοινωνικές δεξιότητες και τη μνήμη, οι μεγαλύτερες ανισότητες βρίσκονταν στις εγκεφαλικές δομές που συνδέονται με την ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας.
Η Αν Φέρναλντ, ψυχολόγος του πανεπιστημίου Stanford, διαπίστωσε ότι οι διαφορές στις γλωσσικές ικανότητες μπορεί να παρατηρηθούν ήδη από την ηλικία των 18 μηνών. Μέχρι τα δεύτερα γενέθλια του παιδιού, το χάσμα (μεταξύ των δύο κατηγοριών) έχει διευρυνθεί ήδη κατά έξι μήνες.
Η Φέρναλτ και οι συνεργάτες της κατέγραψαν τα καθημερινά ακούσματα μίας ομάδας ισπανόφωνων παιδιών από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα. Διαπίστωσαν ότι τα παιδιά δεν κέρδιζαν τίποτα από το να ακούν απλώς τους γονείς ή εκείνους που τα φρόντιζαν να μιλούν μεταξύ τους, αλλά το αληθινό κέρδος παρατηρούνταν όταν οι γονείς απευθύνονταν στα παιδιά τους.
Η Φέρναλντ είπε στους δημοσιογράφους ότι είναι πολύ σημαντικό οι γονείς χαμηλού εισοδήματος να μάθουν να μιλούν στα παιδιά τους και πρόσθεσε ότι «υπάρχουν πολλές απόψεις για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να μιλάμε στα παιδιά μας, σε κάποιους πολιτισμούς δεν πρέπει».
Ένα πιλοτικό πρόγραμμα που εφαρμόζει η ίδια στο Σαν Χοσέ, σύμφωνα με το οποίο οι λατινοαμερικάνες μητέρες μαθαίνουν να μιλούν στα παιδιά τους, έχει αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα. «Μέχρι τα δύο τους χρόνια, τα παιδιά από μητέρες που ασχολούνται περισσότερο αναπτύσσουν πλουσιότερο λεξιλόγιο και επεξεργάζονται πιο αποτελεσματικά τον προφορικό λόγο», δήλωσε, όπως μεταδίδει το ΑΜΠΕ.
Από την πλευρά της η Χοφ επισημαίνει ότι ενώ οι ισπανόφωνοι γονείς μπορεί να θέλουν να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για το σχολείο μιλώντας τους στα αγγλικά, είναι συνήθως προτιμότερο να τους μιλούν στη μητρική τους γλώσσα.
Μία μελέτη που πρόκειται να παρουσιάσει η ίδια σήμερα δείχνει ότι όταν οι ίδιοι οι γονείς δεν γνωρίζουν πολύ καλά μία δεύτερη γλώσσα, δεν μπορούν και να την διδάξουν στα παιδιά τους. Αντίθετα, καταλήγουν να περιορίζουν τη συνολική γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών τους, αφού δεν καταφέρνουν να τα εκθέσουν στη χρήση πιο σύνθετου λόγου.
Οι γονείς που επιθυμούν να αποκτήσουν τα παιδιά τους δίγλωσση εκπαίδευση, πρέπει να γνωρίζουν ότι «η εκμάθηση δύο γλωσσών είναι κάτι το εξαιρετικό, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν γίνεται εύκολα. Δεν μαθαίνει κάποιος το ίδιο γρήγορα δύο γλώσσες όσο μαθαίνει μία», επισημαίνει η Χοφ.
Διαβάστε περισσότερα...

Τι δεν είναι επιληψία στα παιδιά;
Εκατομμύρια άτομα σε όλο τον κόσμο πάσχουν από επιληψία, μία εγκεφαλική διαταραχή που συμβαίνει παγκοσμίως και είναι από τις παλαιότερες που είναι γνωστές στον άνθρωπο.
Μία επιληπτική κρίση δεν σημαίνει απαραίτητα και νόσο της επιληψίας, όταν όμως οι κρίσεις επαναλαμβάνονται, τότε το άτομο πρέπει να τεθεί σε θεραπεία από ειδικούς επιστήμονες. Το 10% του πληθυσμού θα βιώσει στη ζωή του επεισόδιο απώλειας συνείδησης, ενώ μόνο ένα 3% του συνόλου θα έχει επιληπτική κρίση και από αυτούς το 50% θα υποστεί και επόμενη κρίση στην επόμενη διετία.
Όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ, απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν αυτήν την εγκεφαλική διαταραχή θα δοθούν στο συνέδριο με θέμα «Επιληψία», που θα πραγματοποιηθεί από τις 15 έως τις 16 Φεβρουαρίου 2014, στο ξενοδοχείο Makedonia Palace, στη Θεσσαλονίκη.
Το Συνέδριο διοργανώνεται από το Τμήμα Κλινικής Νευροφυσιολογίας- Επιληψίας του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Γ. Παπανικολάου»- Διασυνδεόμενου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Διασυνοριακού Προγράμματος «Epilepsy Spectrum».
Τα παροξυσμικά επεισόδια στα παιδιά δεν είναι επιληψία
Περίπου 6 στα 1000 παιδιά σχολικής ηλικίας παρουσιάζουν επιληψία. Ωστόσο, στην παιδική ηλικία, λόγω πολλών κοινών συμπτωμάτων, τα παροξυσμικά επεισόδια μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένη διάγνωση.
Όπως αναφέρει, σε ανακοίνωση που θα παρουσιάσει στο συνέδριο, ο επίκουρος καθηγητής Παιδιατρικής- Παιδιατρικής Νευρολογίας ΑΠΘ, Ευάγγελος Παύλου, η λανθασμένη διάγνωση της επιληψίας σε παιδιά αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα με ιατρικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
«Διάφορες διαταραχές παροξυσμικού τύπου, κινητικές ή αισθητικές, συχνά μιμούνται επιληπτικές κρίσεις και δημιουργούν διαφοροδιαγνωστικό πρόβλημα. Η διαφορική διάγνωση των διαταραχών αυτών από τις επιληπτικές κρίσεις είναι αρκετές φορές ιδιαίτερα δυσχερής, λόγω πολλών κοινών συμπτωμάτων που παρουσιάζουν μεταξύ τους.
Τα μη επιληπτικά παροξυσμικά επεισόδια συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας, συνοδεύονται ή όχι με διαταραχές του επιπέδου συνείδησης, ενώ είναι πιθανόν να συνυπάρχουν ή όχι με γνωστή επιληψία.
Παρατηρούνται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, με διαφοροποίηση στο είδος ανάλογα με την ηλικία.
Στην παιδική ηλικία κυριαρχούν τα επεισόδια προσήλωσης βλέμματος, τα συγκοπικά επεισόδια, οι κρίσεις κατακράτησης αναπνοής, η επιπλεγμένη ημικρανία, παροξυσμικές δυσκινησίες, η ναρκοληψία και οι παραϋπνίες. Αντιθέτως, στους ενήλικες επικρατούν τα ψυχογενή μη επιληπτικά επεισόδια καθώς και τα παροξυσμικά επεισόδια καρδιακής αιτιολογίας.
Τα παροξυσμικά αυτά φαινόμενα, αν και έχουν κοινά χαρακτηριστικά με τις επιληπτικές κρίσεις, δεν προέρχονται από νευρωνικές εκφορτίσεις, όπως συμβαίνει με τις επιληπτικές κρίσεις, και κατά συνέπεια χρήζουν διαφορετικής θεραπευτικής αντιμετώπισης» αναφέρει στην ανακοίνωσή του ο κ. Παύλου.
Μπορούν να τεκνοποιήσουν οι επιληπτικές γυναίκες;
Το αν οι γυναίκες με επιληψία μπορούν να τεκνοποιήσουν είναι ένα από τα ερωτήματα στα οποία θα δοθούν απαντήσεις στη διάρκεια του συνεδρίου. Οι νευρολόγοι υποστηρίζουν πως οι γυναίκες με επιληψία μπορούν να τεκνοποιήσουν πάντα, όμως, με την επίβλεψη του ειδικού. Όπως επισημαίνει η νευρολόγος Ευαγγελία Δημητρακούδη, η επιληψία δεν αποτελεί αντένδειξη για εγκυμοσύνη.
«Το 94% των γυναικών με επιληψία μπορούν να γεννήσουν ένα φυσιολογικό παιδί. Δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για αλλαγή στην συχνότητα των κρίσεων ή για αυξημένο κίνδυνο status epilepticus σε γυναίκες με επιληψία, ωστόσο παράγοντες που δυνητικά αυξάνουν τη συχνότητα των κρίσεων είναι η μη συμμόρφωση με τη θεραπεία, οι αλλαγές στη φαρμακοκινητική των αντιεπιληπτικών φαρμάκων κατά την κύηση, η στέρηση ύπνου και οι εμετοί» επισημαίνει η κ. Δημητρακούδη στην ανακοίνωση που θα παρουσιάσει στο συνέδριο.
Σύμφωνα με την ίδια, οι γενικευμένες τονικοκλονικές (σπασμωδικές) κρίσεις συνδέονται με μητρική και εμβρυϊκή υποξία-οξέωση, επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, πιθανή αποβολή και εμβρυϊκό θάνατο, ενώ επιληπτικές εστιακές κρίσεις χωρίς σπασμούς, μπορεί να οδηγήσουν σε τραυματισμό, πρόωρη ρήξη εμβρυϊκών υμένων, πρόωρο τοκετό ή αποβολή.
Ο κίνδυνος πρόωρων συσπάσεων και πρόωρου τοκετού στις επιληπτικές εγκύους είναι μέτρια αυξημένος. Ο κίνδυνος είναι δύο φορές μεγαλύτερος από το αναμενόμενο για νεογνά που είναι μικρά για την ηλικία γέννησης καθώς και για τα νεογνά με παθολογική κλίμακα Αpgar (δηλαδή αξιολόγηση: της αναπνοής για να διαπιστωθεί η ωριμότητα των πνευμόνων, των κινήσεων για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή όχι μυϊκού τόνου, του χρώματος του δέρματος για να διαπιστωθεί, αν οι πνεύμονες εφοδιάζουν το αίμα με οξυγόνο και αντανακλαστικών για να διαπιστωθεί αν το βρέφος αντιδρά στα ερεθίσματα).
«Η αντιεπιληπτική αγωγή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι μια επισφαλής εξισορρόπηση μεταξύ των κινδύνων τερατογένεσης από τα αντιεπιληπτικά φάρμακα και διατήρησης του ελέγχου των κρίσεων. Τα αντιεπιληπτικά φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν δυνητικά ανατομικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές.
Παράγοντες τερατογένεσης αποτελούν η συσσώρευση τοξικών μεταβολιτών (εποξείδια), η διαταραχή στον μεταβολισμό του φυλλικού οξέος καθώς και γενετικοί παράγοντες. O κίνδυνος για συγγενείς ανωμαλίες είναι κυρίως το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όπου γίνεται η οργανογένεση του εμβρύου» αναφέρει -μεταξύ άλλων- στην ανακοίνωσή της η κ. Δημητρακούδη.
Οι συστάσεις της κ. Δημητρακούδη στις γυναίκες με επιληψία είναι:
- Να ενημερώνονται για τις δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες των κρίσεων στην εγκυμοσύνη καθώς και για τη δυνητικά τερατογόνο δράση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων (προγραμματισμός αντισύλληψης & εγκυμοσύνης).
- Οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που παίρνουν αντιεπιληπτικά φάρμακα να παίρνουν φυλλικό οξύ πριν από τη σύλληψη.
- Πριν από την εγκυμοσύνη πρέπει να γίνεται επαναπροσδιορισμός της ανάγκης συνέχισης της αντιεπιληπτικής αγωγής, ρύθμιση της δόσης, προσδιορισμός των ιδανικών επίπεδων αναφοράς του φαρμάκου, προσπάθεια για μονοθεραπεία στις γυναίκες που παίρνουν περισσότερα από ένα αντιεπιληπτικά φάρμακα.
- Κατά την εγκυμοσύνη να γίνεται λεπτομερής προγεννετικός έλεγχος με διακολπικό υπερηχογράφημα πρώιμα, προσδιορισμός επιπέδων της αλφα-φετοπρωτεΐνη (AFP) στον ορό της εγκύου και αργότερα υπερηχογραφήματα υψηλής ευκρινείας (Level ΙΙ ).
«Οι περισσότερες γυναίκες έχουν έναν φυσιολογικό τοκετό και πρέπει να συνεχίζουν τη συνήθη, από στόματος, αντιεπιληπτική αγωγή, ενώ 3-4% αυτών μπορεί να παρουσιάσουν επιληπτική κρίση κατά τον τοκετό.
Οι κρίσεις αυτές αντιμετωπίζονται με βενζοδιαζεπίνες παρεντερικά, ενώ αν επιμείνουν ο τοκετός γίνεται με καισαρική τομή. Τα επίπεδα των περισσοτέρων αντιεπιληπτικών φαρμάκων σταδιακά αυξάνονται μετά τον τοκετό, ενώ τα περισσότερα νεογνά γυναικών με επιληψία μπορούν να θηλάσουν χωρίς προβλήματα» καταλήγει η κ. Δημητρακούδη.
Διαβάστε περισσότερα...

Ευρωπαϊκή άδεια κυκλοφορίας έλαβε το Tecfidera.
Το Tecfidera (φουμαρικός διμεθυλεστέρας, dimethyl fumarate) εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως από του στόματος θεραπεία πρώτης γραμμής για τους ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση, την πιο συχνή μορφή της πολλαπλής σκλήρυνσης. Το νέο χάπι πρώτης γραμμής θα αρχίσει να κυκλοφορεί στις πρώτες χώρες της ΕΕ τις επόμενες εβδομάδες.
Το Tecfidera έχει αποδείξει κλινικά ότι μειώνει σημαντικές παραμέτρους της δραστηριότητας της νόσου, οι οποίες περιλαμβάνουν υποτροπές και εμφάνιση εστιών στον εγκέφαλο, όπως και την εξέλιξη της αναπηρίας, ενώ παράλληλα παρουσιάζει ένα ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας και ανοχής.
Η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βασίστηκε σε ένα ισχυρό πρόγραμμα ανάπτυξης, το οποίο περιελάμβανε δύο κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ, τη DEFINE και την CONFIRM, καθώς και μία τρέχουσα μελέτη ανοιχτής επέκτασης (ENDORSE), στην οποία ασθενείς παρακολουθούνται μέχρι και ως 6,5 χρόνια.
Ο Ralf Gold, M.D., καθηγητής και διευθυντής του τμήματος νευρολογίας στο St. Josef-Hospital/Ruhr-University Bochum και ένας από τους κύριους ερευνητές μίας εκ των δύο μελετών δήλωσε σχετικά: «Ως γιατρός, γνωρίζω πολύ καλά τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση. Η θεραπεία πρώτης γραμμής με φουμαρικό διμεθυλεστέρα μπορεί να μειώσει αυτό το φορτίο για πολλούς, καθώς είναι μια από του στόματος θεραπεία που έχει εγκριθεί για την αποτελεσματική μείωση της δραστηριότητας της νόσου, ενώ έχει ένα ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας. Επιπλέον, η θετική εμπειρία που είχαμε με το Tecfidera κατά τη διάρκεια των εκτεταμένων κλινικών μελετών, ενισχύει την εμπιστοσύνη μου για τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει στους ασθενείς μου στην ΕΕ».
To Tecfidera εγκρίθηκε αρχικά στις ΗΠΑ, το Μάρτιο του 2013 και μέσα στο πρώτο εξάμηνο αποτέλεσε τη νούμερο ένα στη χώρα συνταγογραφούμενη, από του στόματος θεραπεία για τις υποτροπιάζουσες μορφές της πολλαπλής σκλήρυνσης. Έχει εγκριθεί επίσης στον Καναδά και την Αυστραλία. Μέχρι το Σεπτέμβριο του 2013, περίπου 35.000 ασθενείς λάμβαναν το νέο χάπι πρώτης γραμμής σε όλον τον κόσμο.
Το Tecfidera αποτελεί την τέταρτη θεραπεία που προσφέρει η Biogen Idec στους ανθρώπους που ζουν με πολλαπλή σκλήρυνση.
Ο George A. Scangos, Ph.D., CEO της Biogen Idec αναφέρει: «Το Tecfidera αποτελεί παράδειγμα της δέσμευσής μας να παρέχουμε καινοτόμες θεραπείες, που βοηθούν συνανθρώπους μας με σοβαρές ασθένειες. Έχουμε ήδη δει τη σημαντική επίδρασή του στη μεταμόρφωση της καθιερωμένης φροντίδας για την πολλαπλή σκλήρυνση, στις χώρες που είναι ήδη διαθέσιμο και είμαστε ενθουσιασμένοι που γρήγορα θα επωφεληθούν και οι ασθενείς στην ΕΕ».
Σχετικά με το κλινικό πρόγραμμα φάσης III του Tecfidera
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Tecfidera αξιολογήθηκαν σε δύο μεγάλες, παγκόσμιες, κλινικές μελέτης φάσης ΙΙΙ, την DEFINE και την CONFIRM.
Στη μελέτη DEFINE, το νέο χάπι πρώτης γραμμής χορηγήθηκε δύο φορές ημερησίως και μείωσε σημαντικά το ποσοστό των ασθενών που υποτροπίασαν κατά 49% (p<0 .0001="" 12="" 2="" 38="" 53="" br="" edss="" p="0.0050),">
Στη μελέτη CONFIRM, η οποία συμπεριελάμβανε επίσης ως θεραπεία αναφοράς μια ομάδα που λάμβανε οξική γλατιραμέρη συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, το Tecfidera χορηγούμενο 2 φορές ημερησίως, μείωσε σημαντικά τον ARR κατά 44% (p<0 .0001="" 2="" 34="" br="" p="0.0020),">
Και στις δύο μελέτες (CONFIRM και DEFINE) το Tecfidera μείωσε σημαντικά τις εστίες στον εγκέφαλο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, όπως μετρήθηκε στις μαγνητικές τομογραφίες (MRI). Τα αποτελέσματα της οξικής γλατιραμέρης, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν σε συνέπεια με τα επίσημα δεδομένα του προϊόντος στην ΕΕ.
ΟΙ συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίστηκαν με το νέο χάπι ήταν η ερυθρίαση και γαστρεντερικά συμβάντα (δηλαδή διάρροια, ναυτία, κοιλιακό άλγος, άλγος άνω κοιλιακής χώρας). Ο αριθμός των διακοπών λόγω της ερυθρίασης (3%) και των γαστρεντερικών συμβάντων (4%) στις κλινικές μελέτες ήταν χαμηλός.
Ο μέσος αριθμός λεμφοκυττάρων μειώθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους θεραπείας και στη συνέχεια παρέμεινε σταθερός, χωρίς να παρουσιαστούν ευκαιριακές λοιμώξεις και κίνδυνος σοβαρών λοιμώξεων.0>0>
Διαβάστε περισσότερα...

Έχει καλύτερα αποτελέσματα από τα αντικαταθλιπτικά.
Το κόψιμο του καπνίσματος δεν ωφελεί μόνο τη σωματική υγεία, μειώνοντας τον κίνδυνο για καρκίνο, καρδιοπάθεια και άλλες νόσους, αλλά επίσης κάνει καλό και στην ψυχική-νοητική υγεία. Σε μερικές περιπτώσεις η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να βοηθήσει περισσότερο και από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, σύμφωνα με μία βρετανική και μία αμερικανική έρευνα.
Οι νέες έρευνες καταρρίπτουν τον ευρέως διαδεδομένο μύθο (ιδίως μεταξύ των ίδιων των καπνιστών) ότι το κάπνισμα κάνει καλό στο μυαλό και την ψυχική διάθεσή τους, ηρεμώντας τους και βοηθώντας τους να χαλαρώσουν.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τις νέες μελέτες, οι καπνιστές, είτε έχουν προϋπάρχοντα διαγνωσμένα ψυχικά προβλήματα, είτε όχι, θα έχουν ακόμα καλύτερη ψυχική διάθεση σε βάθος χρόνου, αν κόψουν το τσιγάρο.
Στην πρώτη μελέτη με επικεφαλής την Τζέμα Τέιλορ, οι ερευνητές των πανεπιστημίων Οξφόρδης, Μπέρμιγχαμ και King's College του Λονδίνου, που έκαναν τη δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «British Medical Journal», μελέτησαν και συνέκριναν 26 δημοσιευμένες έρευνες πάνω στο ζήτημα, οι οποίες αφορούσαν καπνιστές με μέση ηλικία 44 ετών, οι οποίοι κάπνιζαν περίπου ένα πακέτο τη μέσα.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν αρχικά την ψυχική-νοητική υγεία των καπνιστών πριν το κόψουν και, στη συνέχεια, ξανά μετά το κόψιμο του τσιγάρου. Η αξιολόγηση αφορούσε το επίπεδο του άγχους, της κατάθλιψης, της θετικής στάσης απέναντι στη ζωή και της γενικότερης ποιότητας της καθημερινής ζωής.
Η έρευνα έδειξε ότι το σταμάτημα του καπνίσματος σαφώς μειώνει την κατάθλιψη και το άγχος, βελτιώνοντας παράλληλα την αισιοδοξία και την ποιότητα της ζωής. Σε γενικές γραμμές, όσοι το κόβουν, τείνουν να βλέπουν πια τον κόσμο με πιο θετικό τρόπο.
Η βελτίωση αφορά και όσους καπνιστές ήδη έχουν κάποια ψυχική διαταραχή, οι οποίοι, μετά το κόψιμο του τσιγάρου, συχνά εμφανίζουν βελτίωση των συμπτωμάτων τους. Όπως επεσήμαναν οι ερευνητές, αυτή η διαπίστωση σημαίνει πως οι επαγγελματίες του χώρου της ψυχικής υγείας δεν πρέπει να διστάζουν να συστήσουν το κόψιμο του τσιγάρου, φοβούμενοι μήπως επιδεινωθεί η κατάσταση του ασθενούς.
Οι βρετανοί επιστήμονες βρήκαν ότι η βελτίωση, όσον αφορά τουλάχιστον την ψυχική διάθεση και τις αγχώδεις διαταραχές, μπορεί να είναι ίση ή και ανώτερη από αυτή που επιφέρει η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά.
Η δεύτερη επιδημιολογική έρευνα, με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια ψυχιατρικής Πατρίτσια Καβάζος-Ρεγκ της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Ουάσιγκτον-Σεν Λιούις, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Psychological Medicine» επιβεβαιώνει πως οι άνθρωποι με ψυχικές διαταραχές μπορούν να κόψουν το τσιγάρο με ασφάλεια και να βελτιώσουν τα συμπτώματά τους.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι κακώς οι θεραπευτές των ψυχιατρικών προβλημάτων συνήθως παραγνωρίζουν το αν καπνίζει ο ασθενής και προτιμούν να δίνουν προτεραιότητα στην καταπολέμηση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, του άγχους, της εξάρτησης από εθιστικές ουσίες κλπ.
Οι αμερικανοί επιστήμονες ανέλυσαν στοιχεία για 4.800 τακτικούς καπνιστές και διαπίστωσαν ότι όσοι από αυτούς εμφάνιζαν ψυχικά προβλήματα, ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να συνεχίζουν να έχουν τα ίδια προβλήματα τρία χρόνια αφότου είχαν κόψει το τσιγάρο. Αλλά και όσοι ποτέ δεν είχαν εκδηλώσει τέτοια ψυχικά προβλήματα, ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να τα εμφανίσουν τρία χρόνια μετά τη διακοπή του καπνίσματος (ακόμα και αν δεν το έκοβαν τελείως, αλλά απλώς μείωναν στο μισό τον αριθμό των τσιγάρων που κάπνιζαν).
Πηγή: http://www.newsbeast.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Αναζωπυρώνεται η διαμάχη για γενετική βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού.
Η ύπαρξη ορισμένων γονιδίων στο DNA ενός άνδρα παίζει ρόλο για το αν θα είναι ομοφυλόφιλος, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που ταράζει και πάλι τα νερά, επαναφέροντας το επίμαχο ερώτημα σε ποιον βαθμό η ομοφυλοφιλία έχει βιολογική-γενετική βάση.
Η νέα μελέτη δείχνει ότι αν και τα γονίδια δεν αποτελούν αναγκαία και επαρκή συνθήκη για να γίνει ένας άνδρας ομοφυλόφιλος, παρόλα αυτά μπορούν να επηρεάσουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό του. Έτσι, τα νέα ευρήματα είναι δυνατό να ερμηνευθούν με όποιον τρόπο «βολεύει» την κάθε πλευρά: είτε ότι όντως υπάρχει σημαντική γενετική επίδραση στο να γίνει κάποιος ομοφυλόφιλος, είτε ότι υπάρχει απλώς κάποια ακαθόριστη επίδραση, πράγμα που αφήνει μεγαλύτερο χώρο για άλλες παραμέτρους (την επίδραση του άμεσου περιβάλλοντος και της κοινωνίας γενικότερα, τις ελεύθερες σεξουαλικές προτιμήσεις του καθενός κ.α.).
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον ψυχολόγο Μάικλ Μπέιλι του πανεπιστημίου Northwestern του Ιλινόις, μελέτησαν το DNA 400 ομοφυλόφιλων ανδρών και των δίδυμων αδελφών τους και βρήκαν ότι τα γονίδια σε τουλάχιστον δύο χρωμοσώματα επηρεάζουν το σεξουαλικό προσανατολισμό.
Συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν δύο περιοχές, η Xq28 στο χρωμόσωμα Χ και άλλη μία στο χρωμόσωμα 8, που φαίνεται να ασκούν επίδραση στη σεξουαλική συμπεριφορά ενός άνδρα. Όμως οι επιστήμονες παραδέχτηκαν ότι δεν έχουν ιδέα ποια ακριβώς από τα πολλά γονίδια αυτών των δύο γενετικών περιοχών εμπλέκονται, ούτε μέσω ποιου ακριβώς μηχανισμού ασκούν την επίδρασή τους στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Επίσης, δεν απέκλεισαν να υπάρχουν και άλλες περιοχές του DNA που να παίζουν ρόλο στον σεξουαλικό προσανατολισμό και οι οποίες δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί.
Τα νέα ευρήματα παρουσιάστηκαν σε ετήσιο επιστημονικό συνέδριο των ΗΠΑ, που διοργανώνει η Αμερικανική Ένωση για την Πρόοδο της Επιστήμης (AAAS), αλλά δεν έχουν ακόμα δημοσιευθεί επισήμως σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό. Φαίνεται πάντως να επιβεβαιώνουν μια παλαιότερη μικρότερη μελέτη του Ντιν Χάμερ, ερευνητή του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου των ΗΠΑ, που είχε ξεσηκώσει αντιδράσεις το 1993, όταν αφού είχε μελετήσει τα οικογενειακά ιστορικά άνω των 100 ομοφυλόφιλων ανδρών, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ομοφυλοφιλία τείνει να είναι κληρονομική.
Υποστήριξε ότι πάνω από το 10% των αδελφών ομοφυλοφίλων, είναι και οι ίδιοι ομοφυλόφιλοι, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στο γενικό πληθυσμό είναι μόλις 3%. Ακόμα, οι θείοι και οι ξάδελφοι ενός ομοφυλόφιλου άνδρα (μόνο από την πλευρά της μητέρας του) έχουν πάνω από το μέσο όρο πιθανότητα να είναι κι αυτοί ομοφυλόφιλοι.
Όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, το συμπέρασμα του Ντιν Χάμερ περί κληρονομικότητας της ομοφυλοφιλίας προκάλεσε μεγάλο θόρυβο, καθώς μεταξύ άλλων, φαινόταν να ανοίγει το δρόμο για την ανάπτυξη ενός προγεννητικού τεστ σεξουαλικού προσανατολισμού του εμβρύου. Ο ίδιος ερευνητής είχε καταδικάσει κάθε τέτοιο τεστ ως «λανθασμένο, ανήθικο και τρομερή κατάχρηση της επιστημονικής έρευνας», μεταδίδει το ΑΜΠΕ.
Η νέα γενετική έρευνα αναμένεται να αναζωπυρώσει αυτήν τη διαμάχη. Πάντως ο Μάικλ Μπέιλι εκτίμησε ότι το γονίδιο ή τα γονίδια που βρίσκονται στην περιοχή Xq28 του χρωμοσώματος Χ, έχουν σχετικά περιορισμένη επίδραση στον σεξουαλικό προσανατολισμό, καθώς, όπως είπε, η μελέτη του έδειξε ότι δεν κληρονομούν όλοι οι ομοφυλόφιλοι την ίδια γενετική περιοχή. Συνεπώς, τόνισε, τα γονίδια αυτά από μόνα τους δεν είναι αρκετά, ούτε απαραίτητα, για να κάνουν κάποιον ομοφυλόφιλο.
Ο αμερικανός ερευνητής επισήμανε πως πέρα από τα γονίδια, άλλοι παράγοντες παίζουν ακόμα μεγαλύτερο ρόλο, όπως το επίπεδο των ορμονών στις οποίες εκτίθεται το έμβρυο στη μήτρα της εγκύου μητέρας του. Από την άλλη όμως, τόνισε ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι θέμα επιλογής: «Ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν έχει να κάνει καθόλου με την επιλογή. Βρήκαμε στοιχεία ότι δύο γενετικές περιοχές επηρεάζουν αν ένας άνδρας θα είναι ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφιλος. Όμως δεν υπάρχει πλήρης γενετικός προκαθορισμός. Υπάρχουν ασφαλώς άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες που εμπλέκονται».
Ο αναπληρωτής καθηγητής ψυχιατρικής του πανεπιστημίου Northwestern Άλαν Σάντερς, συνεργάτης του Μάικλ Μπέιλι, δήλωσε ότι «αποτελεί υπεραπλούστευση, όταν οι άνθρωποι λένε ότι υπάρχει ένα γονίδιο ομοφυλοφιλίας. Υπάρχει πάνω από ένα γονίδιο και, επιπλέον, η γενετική δεν αποτελεί όλη την ιστορία». Γι’ αυτό, πρόσθεσε ο ψυχολόγος του Northwestern, «ακόμα κι αν μια μέρα πράγματι υπάρξει ένα προγεννητικό τεστ για το σεξουαλικό προσανατολισμό ενός άνδρα, αυτό δεν θα ήταν πολύ ακριβές, καθώς άλλοι παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα».
Πέρυσι, μια καναδική μελέτη βρήκε ότι όσο μεγαλύτερης ηλικίας αδέλφια έχει ένας άνδρας, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να είναι ο ίδιος ομοφυλόφιλος. Αυτό πιθανώς οφείλεται στο ότι σε κάθε επόμενο παιδί που γεννά μια γυναίκα, αυξάνεται η πιθανότητα -λόγω των δικών της ορμονικών αντιδράσεων- να αναπτυχθούν θηλυκά χαρακτηριστικά στον εγκέφαλο του εμβρύου.
Από την άλλη, δεν έχουν βρεθεί -έως τώρα τουλάχιστον- γονίδια που να αυξάνουν την πιθανότητα της γυναικείας ομοφυλοφιλίας.
Διαβάστε περισσότερα...